gratuitous
gra
grə
grē
tui
ˈtju:ɪ
tyooi
tous
təs
tēs

Ορισμός και σημασία του "gratuitous"στα αγγλικά

gratuitous
01

αδικαιολόγητος, παρατριβή

done with no proper reason and often causing harm 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gratuitous
συγκριτικός βαθμός
more gratuitous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The critic accused the author of including gratuitous violence in the novel for shock value. 

Ο κριτικός κατηγόρησε τον συγγραφέα ότι συμπεριέλαβε αδικαιολόγητη βία στο μυθιστόρημα για σοκ.

02

αδικαιολόγητος, περιττός

unnecessary and unwarranted 
03

δωρεάν, χωρίς πληρωμή

offered without payment 
Παραδείγματα
The hotel provided gratuitous Wi-Fi access to all its guests. 

Το ξενοδοχείο παρείχε δωρεάν πρόσβαση Wi-Fi σε όλους τους επισκέπτες του.

Λεξικό Δέντρο

gratuitously
gratuitous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store