Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gratuitous
01
αδικαιολόγητος, παρατριβή
done with no proper reason and often causing harm
Παραδείγματα
The politician 's speech was filled with gratuitous insults directed at his opponents.
Η ομιλία του πολιτικού ήταν γεμάτη αδικαιολόγητες προσβολές κατά των αντιπάλων του.
02
αδικαιολόγητος, περιττός
unnecessary and unwarranted
Παραδείγματα
The museum provided gratuitous entry on the first Sunday of every month.
Το μουσείο παρείχε δωρεάν είσοδο την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.
Λεξικό Δέντρο
gratuitously
gratuitous



























