gratification
gra
ˌgræ
grā
ti
ti
fi
fi
ca
ˈkeɪ
kei
tion
ʃən
shēn
cauterizationhybridizationserializationgesticulation

Ορισμός και σημασία του "gratification"στα αγγλικά

01

ικανοποίηση, ευχαρίστηση

a feeling of satisfaction caused by the fulfillment of a desire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gratifications
Παραδείγματα
The satisfaction and gratification of completing a challenging project were immense. 

Η ικανοποίηση και η ικανοποίηση από την ολοκλήρωση μιας δύσκολης εργασίας ήταν τεράστιες.

02

ικανοποίηση, ευχαρίστηση

the act or an instance of satisfying 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store