Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gratefully
01
ευγνωμόνως, με ευγνωμοσύνη
in a manner expressing or feeling appreciation
Παραδείγματα
After recovering from an illness, she spoke gratefully about the support and care she received from friends and family.
Αφού ανέκαμψε από μια ασθένεια, μίλησε με ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη και τη φροντίδα που έλαβε από φίλους και οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
ungratefully
gratefully
grateful



























