antidote
an
ˈæn
αιν
ti
τι
dote
dəʊt
ντεουτ
anecdote

Ορισμός και σημασία του "antidote"στα αγγλικά

01

αντίδοτο, αντιδηλητήριο

a substance that counteracts or controls the effects of a poison 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antidotes
Παραδείγματα
The doctor administered the antidote to counteract the effects of the venomous snake bite. 

Ο γιατρός χορήγησε το αντίδοτο για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του δαγκώματος του δηλητηριώδους φιδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antidotal
antidote
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store