antigen
an
ˈæn
αιν
ti
ti
τι
gen
ʤɛn
τζεν

Ορισμός και σημασία του "antigen"στα αγγλικά

01

αντιγόνο, αντιγονική ουσία

any foreign substance in the body that can trigger a response from the immune system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antigens
Παραδείγματα
The vaccine introduces a harmless antigen to stimulate immunity. 

Το εμβόλιο εισάγει ένα αβλαβές αντιγόνο για να διεγείρει την ανοσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antigen
gen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store