antihistamine
Pronunciation
/ˌæntiˈhɪstəmən/

Ορισμός και σημασία του "antihistamine"στα αγγλικά

01

αντιισταμινικό, φάρμακο κατά της αλλεργίας

a type of medicine used to treat allergies or neutralize their effects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antihistamines
Παραδείγματα
He was advised to take an antihistamine before traveling to avoid allergic reactions.
Του συστήθηκε να πάρει ένα αντιισταμινικό πριν από το ταξίδι για να αποφύγει αλλεργικές αντιδράσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store