anticoagulant
an
ˌæn
ān
ti
ti
ti
coa
ˈkəʊæ
kewā
gu
gjʊ
gyoo
lant
lənt
lēnt
coagulant

Ορισμός και σημασία του "anticoagulant"στα αγγλικά

01

αντιπηκτικό, αραιωτικό αίματος

a substance or medication that inhibits the clotting of blood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anticoagulants
Παραδείγματα
The cardiologist prescribed an anticoagulant to the patient with a history of atrial fibrillation to reduce the risk of blood clots. 

Ο καρδιολόγος συνέταξε ένα αντιπηκτικό στον ασθενή με ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής για να μειώσει τον κίνδυνο θρόμβων αίματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

anticoagulant
coagulant
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store