Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to granulate
01
κοκκοποιώ, διασπώ σε μικρά σωματίδια
to break a substance down into small particles
Transitive: to granulate a substance
Παραδείγματα
The pharmacist needed to granulate the medication to ensure proper dosage.
Ο φαρμακοποιός χρειάστηκε να κοκκώσει το φάρμακο για να διασφαλίσει τη σωστή δοσολογία.
02
κοκκιοποιώ, σχηματίζω τον εξειδικευμένο ιστό επούλωσης που εμπλέκεται στην επισκευή του τραύματος
to form the specialized healing tissue involved in wound repair
Intransitive
Παραδείγματα
The patient was advised to avoid moisture to help the wound granulate properly.
Συνετάχθηκε ο ασθενής να αποφεύγει την υγρασία για να βοηθήσει την πληγή να κοκκώσει σωστά.
03
κοκκοποιώ, κοκκοποιούμαι
(of a substance) to transform into a granular or particulate form
Intransitive
Παραδείγματα
The pharmaceutical compound granulated as it dried, resulting in uniform particles for capsule formulation.
Το φαρμακευτικό συστατικό κοκκοποιήθηκε καθώς στεγνώνονταν, με αποτέλεσμα ομοιόμορφα σωματίδια για τη διατύπωση καψουλών.
Λεξικό Δέντρο
granulated
granulation
granulate



























