granular
gran
ˈgræn
γκραιν
u
γα
lar
lɜr
λερρ
/ɡɹˈænjʊlɐ/

Ορισμός και σημασία του "granular"στα αγγλικά

01

κοκκώδης, κοκκικός

having a texture or structure made up of small, distinct particles or grains

grainy

gritty

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most granular
συγκριτικός βαθμός
more granular
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cookie dough had a granular consistency due to the sugar and flour.
Η ζύμη για τα μπισκότα είχε κοκκώδη σύσταση λόγω της ζάχαρης και του αλεύρου.
02

κοκκώδης, λεπτομερής

broken down into very small, detailed parts, providing a comprehensive and thorough examination
Παραδείγματα
The granular approach to the problem helped identify the root causes effectively.
Η λεπτομερής προσέγγιση του προβλήματος βοήθησε στον εντοπισμό των βασικών αιτιών αποτελεσματικά.

Λεξικό Δέντρο

nongranular
granular
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store