grandpa
Pronunciation
/ˈɡrændpɑː/ , /ˈɡrænpɑː/

Ορισμός και σημασία του "grandpa"στα αγγλικά

01

παππούς, παππού

the father of our mother or father
grandpa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grandpas
Παραδείγματα
She loves when her grandpa takes her fishing.
Της αρέσει πολύ όταν ο παππούς της την παίρνει για ψάρεμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store