anticipated
Pronunciation
/ænˈtɪsəˌpeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "anticipated"στα αγγλικά

anticipated
01

αναμενόμενος, προβλεπόμενος

expected or thought to happen in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anticipated
συγκριτικός βαθμός
more anticipated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The anticipated growth in sales led to more hiring.
Η αναμενόμενη ανάπτυξη των πωλήσεων οδήγησε σε περισσότερες προσλήψεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store