anticipated
an
æn
ān
ti
ˈtɪ
ti
ci
si
pa
ˌpeɪ
pei
ted
tɪd
tid
dissipated

Ορισμός και σημασία του "anticipated"στα αγγλικά

anticipated
01

αναμενόμενος, προβλεπόμενος

expected or thought to happen in the future 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anticipated
συγκριτικός βαθμός
more anticipated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
expectation, future, events
Παραδείγματα
The anticipated changes to the schedule were announced early. 

Οι αναμενόμενες αλλαγές στο πρόγραμμα ανακοινώθηκαν νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unanticipated
anticipated
anticipate
anticip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store