goujon
gou
ˈgu:
γκου
jon
ʒɒn
ζον

Ορισμός και σημασία του "goujon"στα αγγλικά

01

λωρίδες ψαριού ή πτηνού

small strips of fish or poultry that are typically breaded and deep-fried, similar to fish fingers or chicken tenders 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
goujons
Παραδείγματα
She enjoyed the tender and succulent goujons of chicken, coated in a seasoned breadcrumb crust. 

Απόλαυσε τα τρυφερά και ζουμερά γκουζόν κοτόπουλου, καλυμμένα με κρούστα από καρυκευμένη φρυγανιά.

02

μεγάλο γατόψαρο του κέντρου των Ηνωμένων Πολιτειών με επίπεδο κεφάλι και προεξέχουσα σιαγόνα

large catfish of central United States having a flattened head and projecting jaw 
03

σκληρή ή άδικη μεταχείριση

treat harshly or unfairly 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store