Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gourmandize
/ɡˈɜːmɐndˌaɪz/
gourmandise
gormandise
gormandize
to gourmandize
01
τρώω υπερβολικά, καταβροχθίζω
overeat or eat immodestly; make a pig of oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gourmandize
γ΄ ενικό πρόσωπο
gourmandizes
ενεστώτα μετοχή
gourmandizing
απλός αόριστος
gourmandized
παθητική μετοχή
gourmandized



























