Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gorge
01
καταβροχθίζω, τρώω άπληστα
to eat greedily and in large quantities
Intransitive: to gorge on food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
gorges
ενεστώτα μετοχή
gorging
απλός αόριστος
gorged
παθητική μετοχή
gorged
Παραδείγματα
After fasting all day, she decided to gorge on a hearty meal at the buffet, savoring each dish.
Μετά από νηστεία όλη μέρα, αποφάσισε να φάει ασχημοσύνη ένα χορταστικό γεύμα στο μπουφέ, απολαμβάνοντας κάθε πιάτο.
Gorge
01
φαράγγι, κοιλάδα
a steep-sided valley, often with a stream running through it
Παραδείγματα
The hikers explored a gorge carved by the river.
Οι πεζοπόροι εξερεύνησαν ένα φαράγγι που είχε χαραχτεί από το ποτάμι.
02
λαιμός, οισοφάγος
the passage connecting the pharynx to the stomach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gorges
Παραδείγματα
The doctor examined the patient's gorge for signs of irritation.
Ο γιατρός εξέτασε τον λαιμό του ασθενούς για σημάδια ερεθισμού.
03
φαράγγι, στενό
a narrow passage, especially one between mountains, often used as a route or choke point
Παραδείγματα
The army advanced through the mountain gorge.
Ο στρατός προχώρησε μέσα από το βουνικό φάραγγο.
Λεξικό Δέντρο
disgorge
engorge
gorger
gorge



























