to gore
gore
gɔ:
gaw
gorge

Ορισμός και σημασία του "gore"στα αγγλικά

to gore
01

τρυπώ, διαπερνώ

wound by piercing with a sharp or penetrating object or instrument 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gore
γ΄ ενικό πρόσωπο
gores
ενεστώτα μετοχή
goring
απλός αόριστος
gored
παθητική μετοχή
gored
02

κόβω σε φέτες, χωρίζω σε τομείς

cut into gores 
01

αιματοχυσία, σφαγή

the shedding of blood resulting in murder 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gores
02

κομμάτι ύφασμα, πανέλα

a piece of cloth that is generally triangular or tapering; used in making garments or umbrellas or sails 
03

θρόμβος αίματος, πήξιμο αίματος

coagulated blood from a wound 
04

ένα gore, ένα μικρό κομμάτι γης

a small, usually triangular piece of land found where two roads or highways diverge or merge 
Παραδείγματα
The car broke down right on the gore where the two highways split. 

Το αυτοκίνητο έσπασε ακριβώς στο τρίγωνο όπου χωρίζονται οι δύο αυτοκινητόδρομοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store