goof
goof
gu:f
goof
woofhoofpoofaloof

Ορισμός και σημασία του "goof"στα αγγλικά

01

ανόητος, χαζός

a foolish, silly, or clumsy person 
Dialectamerican flagAmerican
goof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goofs
Παραδείγματα
The goof locked himself out of the house again. 

Ο ανόητος κλείδωσε τον εαυτό του έξω από το σπίτι ξανά.

02

κλόουν, γελωτοποιός

a person who amuses others by ridiculous behavior 
goof definition and meaning
to goof
01

κάνω γκάφα, κάνω σοβαρό λάθος

commit a faux pas or a fault or make a serious mistake 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goof
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs
ενεστώτα μετοχή
goofing
απλός αόριστος
goofed
παθητική μετοχή
goofed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store