Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
goofs
Παραδείγματα
The goof locked himself out of the house again.
Ο ανόητος κλείδωσε τον εαυτό του έξω από το σπίτι ξανά.
02
κλόουν, γελωτοποιός
a person who amuses others by ridiculous behavior
to goof
01
κάνω γκάφα, κάνω σοβαρό λάθος
commit a faux pas or a fault or make a serious mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goof
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs
ενεστώτα μετοχή
goofing
απλός αόριστος
goofed
παθητική μετοχή
goofed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
goofy
goof



























