goof
Pronunciation
/ˈɡuf/

Ορισμός και σημασία του "goof"στα αγγλικά

01

ανόητος, χαζός

a foolish, silly, or clumsy person
Dialectamerican flagAmerican
goof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goofs
Παραδείγματα
The team laughed at the goof who wore mismatched shoes.
Η ομάδα γέλασε με τον ανόητο που φορούσε αταίριαστα παπούτσια.
02

κλόουν, γελωτοποιός

a person who amuses others by ridiculous behavior
goof definition and meaning
to goof
01

κάνω γκάφα, κάνω σοβαρό λάθος

commit a faux pas or a fault or make a serious mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goof
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs
ενεστώτα μετοχή
goofing
απλός αόριστος
goofed
παθητική μετοχή
goofed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store