Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goofs
Παραδείγματα
The team laughed at the goof who wore mismatched shoes.
Η ομάδα γέλασε με τον ανόητο που φορούσε αταίριαστα παπούτσια.
02
κλόουν, γελωτοποιός
a person who amuses others by ridiculous behavior
to goof
01
κάνω γκάφα, κάνω σοβαρό λάθος
commit a faux pas or a fault or make a serious mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goof
γ΄ ενικό πρόσωπο
goofs
ενεστώτα μετοχή
goofing
απλός αόριστος
goofed
παθητική μετοχή
goofed
Λεξικό Δέντρο
goofy
goof



























