good-hearted
good
gʊdhɑ:tɪd
goodhaatid
hearted

Ορισμός και σημασία του "good-hearted"στα αγγλικά

good-hearted
01

καλόκαρδος, ευγενικός

showing a naturally kind, generous, and caring nature toward others 
good-hearted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most good-hearted
συγκριτικός βαθμός
more good-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The good-hearted nurse stayed after her shift to comfort the frightened child. 

Η νοσοκόμα καλόκαρδη έμεινε μετά τη βάρδια της για να παρηγορήσει το φοβισμένο παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store