goober
goo
ˈgu:
γκου
ber
bər
μπαρ
/ɡˈuːbɐ/

Ορισμός και σημασία του "goober"στα αγγλικά

01

κάψα του φυτού του φιστικιού που περιέχει συνήθως 2 καρπούς ή σπόρους; 'φιστίκι' και 'αρουραίος καρπός' είναι βρετανικοί όροι, κύαμος του φυτού του φιστικιού που περιέχει συνήθως 2 καρπούς ή σπόρους; 'φιστίκι' και 'αρουραίος καρπός' είναι βρετανικοί όροι

pod of the peanut vine containing usually 2 nuts or seeds; `groundnut' and `monkey nut' are British terms
goober definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goobers
02

ανόητος, αδέξιος

a foolish, silly, or socially awkward person
Dialectamerican flagAmerican
goober definition and meaning
Informal
Offensive
Παραδείγματα
She laughed at the goober wearing socks with sandals.
Γέλασε με τον goober που φορούσε κάλτσες με σανδάλια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store