Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goober
01
κάψα του φυτού του φιστικιού που περιέχει συνήθως 2 καρπούς ή σπόρους; 'φιστίκι' και 'αρουραίος καρπός' είναι βρετανικοί όροι, κύαμος του φυτού του φιστικιού που περιέχει συνήθως 2 καρπούς ή σπόρους; 'φιστίκι' και 'αρουραίος καρπός' είναι βρετανικοί όροι
pod of the peanut vine containing usually 2 nuts or seeds; groundnut' and monkey nut' are British terms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goobers
02
ανόητος, αδέξιος
a foolish, silly, or socially awkward person
Dialect
American
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The goober spilled popcorn all over the theater row.
Ο goober έριξε ποπ κορν σε όλη τη σειρά του κινηματογράφου.



























