Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go by
01
περνάω, περνώ
to pass a certain point in time
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go by
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes by
ενεστώτα μετοχή
going by
απλός αόριστος
went by
παθητική μετοχή
gone by
Παραδείγματα
The hours go by quickly when you're having fun.
Οι ώρες περνούν γρήγορα όταν διασκεδάζεις.
02
περνώ, περνάω
to pass by someone or something
Intransitive
Παραδείγματα
The cars on the highway go by so quickly.
Τα αυτοκίνητα στην εθνική οδό περνούν τόσο γρήγορα.
03
είναι γνωστός ως, ονομάζεται
to be known or referred to by a specific name or title
Transitive: to go by a name or title
Παραδείγματα
John prefers to go by his nickname, 'Johnny.'
Ο Τζον προτιμά να τον αποκαλούν με το παρατσούκλι του, 'Τζόνι'.
04
τηρώ, ακολουθώ
to adhere to or follow a specific standard, guideline, or principle
Transitive: to go by a standard or guideline
Παραδείγματα
It's important to go by the company's code of conduct when interacting with clients.
Είναι σημαντικό να τηρείτε τον κώδικα δεοντολογίας της εταιρείας κατά την αλληλεπίδραση με τους πελάτες.
05
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
to form an opinion or judgement based on the information or experience one already has
Transitive: to go by available information or experience
Παραδείγματα
We'll have to go by the available data to assess the success of the marketing campaign.
Θα πρέπει να βασιστούμε στα διαθέσιμα δεδομένα για να αξιολογήσουμε την επιτυχία της καμπάνιας μάρκετινγκ.



























