Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anthracite
01
ανθρακίτης, ανθρακίτης λιθάνθρακας
a type of coal characterized by its high carbon content, glossy appearance, and clean-burning properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anthracites
Παραδείγματα
The coal-fired power plant preferred anthracite due to its high energy content and low emissions.
Το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα προτιμούσε τον ανθρακίτη λόγω της υψηλής ενεργειακής του περιεκτικότητας και των χαμηλών εκπομπών.
Λεξικό Δέντρο
anthracitic
anthracite



























