anthracite
anth
ˈænθ
ānth
ra
rə
rē
cite
saɪt
sait

Ορισμός και σημασία του "anthracite"στα αγγλικά

01

ανθρακίτης, ανθρακίτης λιθάνθρακας

a type of coal characterized by its high carbon content, glossy appearance, and clean-burning properties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anthracites
Παραδείγματα
The coal-fired power plant preferred anthracite due to its high energy content and low emissions. 

Το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα προτιμούσε τον ανθρακίτη λόγω της υψηλής ενεργειακής του περιεκτικότητας και των χαμηλών εκπομπών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

anthracitic
anthracite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store