Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anthill
01
μυρμηγκοφωλιά, μυρμηγκολόφος
a large mound of earth created by ants as their home and for storing food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
anthills
LanGeek



























