Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absent-minded
01
αφηρημένος, ξεχασιάρης
failing to remember or be attentive to one's surroundings or tasks due to being preoccupied with other thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most absent-minded
συγκριτικός βαθμός
more absent-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's absent-minded demeanor was a sign of her deep focus on her creative work.
Η αφηρημένη συμπεριφορά της καλλιτέχνη ήταν ένα σημάδι της βαθιάς της συγκέντρωσης στη δημιουργική της εργασία.



























