Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gigantic
01
γιγαντιαίος, τεράστιος
extremely large in size or extent
Παραδείγματα
The gigantic oak tree stood sentinel in the forest, its branches reaching out like arms.
Η γιγαντιαία δρυς στέκονταν φρουρός στο δάσος, τα κλαδιά της απλωμένα σαν χέρια.
Λεξικό Δέντρο
gigantic
giant



























