Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
another
01
άλλο ένα, ένα ακόμη
one more of the same kind of object or living thing
Παραδείγματα
He needs another guitar pick for his performance.
Χρειάζεται άλλο ένα πεντάκι για την παράστασή του.
another
01
άλλος, κάποιος άλλος
any of various alternatives; some other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
another
01
άλλος, άλλη
used to refer to an additional person or thing of the same type or kind as one already mentioned or implied
Παραδείγματα
I already have one pen; could you lend me another?
Έχω ήδη ένα στυλό; θα μπορούσες να μου δανείσεις άλλο ένα;



























