annular
ann
ˈæn
αιν
u
γα
lar
lɜr
λερρ
/ɐnjˈʊlɑː/

Ορισμός και σημασία του "annular"στα αγγλικά

01

δακτυλιοειδής, σε σχήμα δακτυλίου

having the form of a ring
Παραδείγματα
The wedding cake had tiers with annular decorations, giving it a classic and refined appearance.
Το γαμήλιο κέικ είχε στρώματα με δακτυλιοειδή διακοσμήσεις, δίνοντάς του μια κλασική και εκλεπτυσμένη εμφάνιση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store