annihilated
a
ə
ē
nnihi
ˈnaɪə
naie
la
leɪ
lei
ted
tɪd
tid
violated

Ορισμός και σημασία του "annihilated"στα αγγλικά

annihilated
01

καταστραμμένος, ολοσχερώς καταστραμμένος

destroyed completely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most annihilated
συγκριτικός βαθμός
more annihilated
διαβαθμίσιμο
02

εντελώς μεθυσμένος, πλήρως μεθυσμένος

extremely drunk or heavily intoxicated 
αργκό
Παραδείγματα
He was annihilated after the bachelor party. 

Καταστράφηκε ολοκληρωτικά μετά το πάρτι εργένηδων.

Λεξικό Δέντρο

annihilated
annihilate
annihil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store