Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to anneal
01
αποσκλήρυνση, σκλήρυνση
to heat and then slowly cool a material to make it stronger or less brittle
Transitive: to anneal a material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anneal
γ΄ ενικό πρόσωπο
anneals
ενεστώτα μετοχή
annealing
απλός αόριστος
annealed
παθητική μετοχή
annealed
Παραδείγματα
Hardship can anneal a person's character.
Οι δυσκολίες μπορούν να σκληρύνουν τον χαρακτήρα ενός ατόμου.
Λεξικό Δέντρο
annealing
anneal



























