Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to anneal
01
αποσκλήρυνση, σκλήρυνση
to heat and then slowly cool a material to make it stronger or less brittle
Transitive: to anneal a material
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anneal
γ΄ ενικό πρόσωπο
anneals
ενεστώτα μετοχή
annealing
απλός αόριστος
annealed
παθητική μετοχή
annealed
Παραδείγματα
The blacksmith annealed the blade for strength.
Ο σιδηρουργός ανακάλυψε τη λεπίδα για αντοχή.
Λεξικό Δέντρο
annealing
anneal



























