Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Annex
01
παρεκκλήσι, επέκταση
a building later added to a main building in order to provide more space
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
annexes
Παραδείγματα
The school built an annex to accommodate the growing number of students.
Το σχολείο έχτισε ένα παρεκκλήσι για να φιλοξενήσει τον αυξανόμενο αριθμό μαθητών.
to annex
01
προσαρτώ, συνάπτω
to attach a document to another, especially in formal or legal writings
Transitive: to annex a document
Ditransitive: to annex a document to another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
annex
γ΄ ενικό πρόσωπο
annexes
ενεστώτα μετοχή
annexing
απλός αόριστος
annexed
παθητική μετοχή
annexed
Παραδείγματα
The additional terms were annexed to the main contract for clarity.
Οι πρόσθετοι όροι προσαρτήθηκαν στο κύριο συμβόλαιο για σαφήνεια.
02
επαναπροσαρτώ, ενσωματώνω
to take control of or incorporate additional land into an existing country or state
Transitive: to annex a piece or land or a region
Παραδείγματα
The emperor sought to annex neighboring provinces to expand his empire's territory.
Ο αυτοκράτορας επιδίωξε να προσαρτήσει τις γειτονικές επαρχίες για να επεκτείνει την επικράτεια της αυτοκρατορίας του.
Λεξικό Δέντρο
annexal
annexation
annex



























