animus
a
ˈæ
ā
ni
ni
mus
məs
mēs
longanimous

Ορισμός και σημασία του "animus"στα αγγλικά

01

εχθρότητα, μνησικακία

a deep-seated feeling of hostility and ill will directed at someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
animuses
Παραδείγματα
His works expressed animus toward imperialist expansion and the subjugation of indigenous peoples. 

Τα έργα του εξέφραζαν animus εναντίον της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και της υποταγής των ιθαγενών λαών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store