genuine
ge
ˈʤɛ
je
nuine
njuɪn
nyooin

Ορισμός και σημασία του "genuine"στα αγγλικά

01

γνήσιος, αυθεντικός

truly what something appears to be, without any falseness, imitation, or deception 
genuine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genuine
συγκριτικός βαθμός
more genuine
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
authenticity, character, objects
Παραδείγματα
The diamond ring was confirmed to be genuine, with authentic gemstones and precious metals. 

Το διαμαντένιο δαχτυλίδι επιβεβαιώθηκε ότι είναι γνήσιο, με αυθεντικούς πολύτιμους λίθους και μέταλλα.

02

ειλικρινής, γνήσιος

truly sincere and trustworthy 
Παραδείγματα
She gave a genuine apology for her mistake. 

Έκανε μια ειλικρινή συγγνώμη για το λάθος της.

03

γνήσιος, αυθεντικός

having an original and authentic nature 
Παραδείγματα
The novel presents a genuine struggle between duty and desire. 

Το μυθιστόρημα παρουσιάζει μια γνήσια πάλη μεταξύ καθήκοντος και επιθυμίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

genuinely
genuineness
genuine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store