genuine
Pronunciation
/ˈdʒɛnˈjuˌwaɪn/, /ˈdʒɛnjəwən/
/d‍ʒˈɛnjuːɪn/

Ορισμός και σημασία του "genuine"στα αγγλικά

01

γνήσιος, αυθεντικός

truly what something appears to be, without any falseness, imitation, or deception
genuine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genuine
συγκριτικός βαθμός
more genuine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ring was confirmed to be genuine gold.
Επιβεβαιώθηκε ότι το δαχτυλίδι είναι από αληθινό χρυσό.
02

ειλικρινής, γνήσιος

truly sincere and trustworthy
Παραδείγματα
Their friendship was built on genuine trust and respect.
Η φιλία τους χτίστηκε σε αληθινή εμπιστοσύνη και σεβασμό.
03

γνήσιος, αυθεντικός

having an original and authentic nature
Παραδείγματα
The debate highlighted a genuine difference in perspectives.
Η συζήτηση τόνισε μια γνήσια διαφορά σε προοπτικές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store