Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genuine
01
γνήσιος, αυθεντικός
truly what something appears to be, without any falseness, imitation, or deception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genuine
συγκριτικός βαθμός
more genuine
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diamond ring was confirmed to be genuine, with authentic gemstones and precious metals.
Το διαμαντένιο δαχτυλίδι επιβεβαιώθηκε ότι είναι γνήσιο, με αυθεντικούς πολύτιμους λίθους και μέταλλα.
Παραδείγματα
She gave a genuine apology for her mistake.
Έκανε μια ειλικρινή συγγνώμη για το λάθος της.
Παραδείγματα
The novel presents a genuine struggle between duty and desire.
Το μυθιστόρημα παρουσιάζει μια γνήσια πάλη μεταξύ καθήκοντος και επιθυμίας.
Λεξικό Δέντρο
genuinely
genuineness
genuine



























