genial
ge
ˈʤi:
τζι
nial
niəl
νιαλ
genital

Ορισμός και σημασία του "genial"στα αγγλικά

01

φιλικός, ευγενικός

characterized as kind, friendly, and carefree 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genial
συγκριτικός βαθμός
more genial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, social
Παραδείγματα
Her genial smile made everyone feel at ease. 

Το φιλικό της χαμόγελο έκανε όλους να αισθάνονται άνετα.

02

γενειακός, ψυχικός

of or relating to the chin or median part of the lower jaw 
03

φιλόξενος, φιλικός

agreeable and pleasant, creating a comfortable or friendly atmosphere 
Παραδείγματα
The genial host made sure everyone felt welcome and relaxed at the dinner party. 

Ο φιλικός οικοδεσπότης φρόντισε όλοι να αισθάνονται ευπρόσδεκτοι και χαλαροί στο δείπνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

geniality
genially
genial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store