Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genial
01
φιλικός, ευγενικός
characterized as kind, friendly, and carefree
Παραδείγματα
He had a genial personality that made him popular at social gatherings.
Είχε μια φιλική προσωπικότητα που τον έκανε δημοφιλή στις κοινωνικές συγκεντρώσεις.
02
γενειακός, ψυχικός
of or relating to the chin or median part of the lower jaw
Παραδείγματα
The genial service at the restaurant made the dining experience particularly enjoyable.
Η φιλική εξυπηρέτηση στο εστιατόριο έκανε την εμπειρία του δείπνου ιδιαίτερα ευχάριστη.
Λεξικό Δέντρο
geniality
genially
genial



























