gee
gee
ʤi:
ji
keapeekeyzea

Ορισμός και σημασία του "gee"στα αγγλικά

01

Ωχ, Πω πω

used to express surprise, mild shock, or amazement without swearing 
gee definition and meaning
παρωχημένο
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Gee, that's a big pumpkin. 

Gee, αυτή είναι μια μεγάλη κολοκύθα.

01

μονάδα δύναμης ίση με τη δύναμη που ασκείται από τη βαρύτητα· χρησιμοποιείται για να υποδείξει τη δύναμη στην οποία ένα σώμα υποβάλλεται όταν επιταχύνεται, gee

a unit of force equal to the force exerted by gravity; used to indicate the force to which a body is subjected when it is accelerated 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gees
to gee
01

εντολή για στροφή δεξιά, κατεύθυνση προς τα δεξιά

give a command to a horse to turn to the right side 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gee
γ΄ ενικό πρόσωπο
gees
ενεστώτα μετοχή
geeing
απλός αόριστος
geed
παθητική μετοχή
geed
02

στρίψτε δεξιά, γυρίστε δεξιά

turn to the right side 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store