geck
geck
ʤɛk
jek
/ɡˈɛk/

Ορισμός και σημασία του "geck"στα αγγλικά

01

ανόητος, χαζός

a fool or simpleton, often mocked for gullibility
geck definition and meaning
Dated
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gecks
Παραδείγματα
Historical texts ridiculed gullible courtiers as gecks.
Τα ιστορικά κείμενα χλεύαζαν τους εύπιστους αυλικούς ως gecks.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store