to gear up
gear
gɪə
gie
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "gear up"στα αγγλικά

to gear up
01

προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι

to get someone or something ready or prepared for a specific task, event, or challenge 
to gear up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears up
ενεστώτα μετοχή
gearing up
απλός αόριστος
geared up
παθητική μετοχή
geared up
Παραδείγματα
He's gearing up to make a significant career change and pursue his passion. 

Προετοιμάζεται να κάνει μια σημαντική αλλαγή καριέρας και να ακολουθήσει το πάθος του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store