Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gear up
[phrase form: gear]
01
προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι
to get someone or something ready or prepared for a specific task, event, or challenge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears up
ενεστώτα μετοχή
gearing up
απλός αόριστος
geared up
παθητική μετοχή
geared up
Παραδείγματα
The organizers are gearing the festival up for an unforgettable experience with a lineup of top-notch performers.
Οι διοργανωτές προετοιμάζουν το φεστιβάλ για μια αξέχαστη εμπειρία με μια σειρά από κορυφαίους ερμηνευτές.



























