Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gazette
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gazettes
Παραδείγματα
The local gazette publishes articles on community events, local news, and editorials.
Η τοπική εφημερίδα δημοσιεύει άρθρα για κοινωνικές εκδηλώσεις, τοπικές ειδήσεις και επιμέρους άρθρα.
to gazette
01
δημοσιεύω στο επίσημο φύλλο, καταχωρώ στο επίσημο φύλλο
to make official public notice by publishing in a government or official journal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gazette
γ΄ ενικό πρόσωπο
gazettes
ενεστώτα μετοχή
gazetting
απλός αόριστος
gazetted
παθητική μετοχή
gazetted
Παραδείγματα
The new law was gazetted last week.
Ο νέος νόμος δημοσιεύθηκε στο επίσημο φύλλο την περασμένη εβδομάδα.



























