gazebo
ga
ga
γκα
ze
ˈzi:
ζη
bo
boʊ
μπου
/ɡɐzˈiːbə‌ʊ/

Ορισμός και σημασία του "gazebo"στα αγγλικά

01

κιόσκι, περίπτερο

a small roofed building with open sides, usually in a garden
gazebo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gazebos
Παραδείγματα
The new gazebo in the backyard became the perfect spot for evening tea and watching the sunset.
Ο νέος κιόσκι στην πίσω αυλή έγινε το ιδανικό σημείο για το βραδινό τσάι και την παρακολούθηση του ηλιοβασιλέματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store