Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gazebo
01
κιόσκι, περίπτερο
a small roofed building with open sides, usually in a garden
Παραδείγματα
The new gazebo in the backyard became the perfect spot for evening tea and watching the sunset.
Ο νέος κιόσκι στην πίσω αυλή έγινε το ιδανικό σημείο για το βραδινό τσάι και την παρακολούθηση του ηλιοβασιλέματος.



























