gazette
ga
γκα
zette
ˈzɛt
ζετ
/ɡəzˈɛt/

Ορισμός και σημασία του "gazette"στα αγγλικά

01

επίσημο εφημερίδα, γαζέτα

an official journal or newspaper that contains serious information about decision making and policies, published by an organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gazettes
Παραδείγματα
The university gazette features research highlights, faculty profiles, and campus news for the academic community.
Το πανεπιστημιακό φύλλο παρουσιάζει τα κυριότερα σημεία της έρευνας, τα προφίλ των καθηγητών και τις ειδήσεις της πανεπιστημιούπολης για την ακαδημαϊκή κοινότητα.
to gazette
01

δημοσιεύω στο επίσημο φύλλο, καταχωρώ στο επίσημο φύλλο

to make official public notice by publishing in a government or official journal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gazette
γ΄ ενικό πρόσωπο
gazettes
ενεστώτα μετοχή
gazetting
απλός αόριστος
gazetted
παθητική μετοχή
gazetted
Παραδείγματα
The minister gazetted the new regulations on trade.
Ο υπουργός δημοσίευσε στην επίσημη εφημερίδα τους νέους κανονισμούς για το εμπόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store