Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gaze
01
κοιτάζω ατένως, ατενίζω
to look at someone or something without blinking or moving the eyes
Intransitive: to gaze somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaze
γ΄ ενικό πρόσωπο
gazes
ενεστώτα μετοχή
gazing
απλός αόριστος
gazed
παθητική μετοχή
gazed
Παραδείγματα
The cat sat on the windowsill, gazing at the birds chirping in the garden with great interest.
Η γάτα κάθισε στο περβάζι, κοιτάζοντας με μεγάλο ενδιαφέρον τα πουλιά που κελαηδούσαν στον κήπο.
Gaze
01
βλέμμα, ατενισμός
a steady, prolonged look at someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gazes
Παραδείγματα
She returned the teacher 's gaze politely.
Εκείνη απάντησε ευγενικά στο βλέμμα του δασκάλου.



























