Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gaze
01
κοιτάζω ατένως, ατενίζω
to look at someone or something without blinking or moving the eyes
Intransitive: to gaze somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaze
γ΄ ενικό πρόσωπο
gazes
ενεστώτα μετοχή
gazing
απλός αόριστος
gazed
παθητική μετοχή
gazed
Παραδείγματα
She gazed out of the window, lost in thought as the rain fell softly outside.
Κοίταξε** έξω από το παράθυρο, χαμένη στις σκέψεις της καθώς η βροχή έπεφτε απαλά έξω.
Gaze
01
βλέμμα, ατενισμός
a steady, prolonged look at someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gazes
Παραδείγματα
She held his gaze across the crowded room.
Κράτησε το βλέμμα του μέσα από το γεμάτο δωμάτιο.



























