Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gaunt
01
αδύνατος, εξουθενωμένος
(of a person) excessively thin as a result of a disease, worry or hunger
Παραδείγματα
The famine-stricken village was filled with gaunt faces and empty stomachs.
Το χωριό που είχε πληγεί από πείνα ήταν γεμάτο αδύνατα πρόσωπα και άδεια στομάχια.
Λεξικό Δέντρο
gauntness
gaunt



























