to gaslight
gas
ˈgæs
γκαισ
light
laɪt
λαιτ

Ορισμός και σημασία του "gaslight"στα αγγλικά

to gaslight
01

ψυχολογικός χειρισμός, κάνω κάποιον να αμφισβητήσει την αντίληψή του

to manipulate someone into questioning their own perceptions, memories, or sanity, often by denying or distorting the truth 
Transitive: to gaslight sb
to gaslight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaslight
γ΄ ενικό πρόσωπο
gaslights
ενεστώτα μετοχή
gaslighting
απλός αόριστος
gaslighted
παθητική μετοχή
gaslighted
Παραδείγματα
Jane's colleague would often gaslight her in meetings, subtly undermining her ideas and making her doubt her competence. 

Ο συνάδελφος της Jane συχνά την χειραγωγούσε σε συναντήσεις, υπονομεύοντας διακριτικά τις ιδέες της και κάνοντάς την να αμφισβητεί την ικανότητά της.

01

φως αερίου, φωτισμός από αέριο

light yielded by the combustion of illuminating gas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gaslighter
gaslight

gas

+

light

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store