Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gaslight
01
ψυχολογικός χειρισμός, κάνω κάποιον να αμφισβητήσει την αντίληψή του
to manipulate someone into questioning their own perceptions, memories, or sanity, often by denying or distorting the truth
Transitive: to gaslight sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaslight
γ΄ ενικό πρόσωπο
gaslights
ενεστώτα μετοχή
gaslighting
απλός αόριστος
gaslighted
παθητική μετοχή
gaslighted
Παραδείγματα
The politician attempted to gaslight the public, denying facts and spreading misinformation to confuse voters.
Ο πολιτικός προσπάθησε να χειραγωγήσει το κοινό, αρνούμενος τα γεγονότα και διαδίδοντας παραπληροφόρηση για να μπερδέψει τους ψηφοφόρους.
Gaslight
01
φως αερίου, φωτισμός από αέριο
light yielded by the combustion of illuminating gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
gaslighter
gaslight
gas
light



























