gaslight
gas
ˈgæs
γκαισ
light
laɪt
λαιτ
/ɡˈæsla‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "gaslight"στα αγγλικά

to gaslight
01

ψυχολογικός χειρισμός, κάνω κάποιον να αμφισβητήσει την αντίληψή του

to manipulate someone into questioning their own perceptions, memories, or sanity, often by denying or distorting the truth
Transitive: to gaslight sb
to gaslight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaslight
γ΄ ενικό πρόσωπο
gaslights
ενεστώτα μετοχή
gaslighting
απλός αόριστος
gaslighted
παθητική μετοχή
gaslighted
Παραδείγματα
The politician attempted to gaslight the public, denying facts and spreading misinformation to confuse voters.
Ο πολιτικός προσπάθησε να χειραγωγήσει το κοινό, αρνούμενος τα γεγονότα και διαδίδοντας παραπληροφόρηση για να μπερδέψει τους ψηφοφόρους.
01

φως αερίου, φωτισμός από αέριο

light yielded by the combustion of illuminating gas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store