to gasify
Pronunciation
/ˌɡæsəˌfaɪ/

Ορισμός και σημασία του "gasify"στα αγγλικά

to gasify
01

αεριοποιώ, μετατρέπω σε αέριο

turn into gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasify
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasifies
ενεστώτα μετοχή
gasifying
απλός αόριστος
gasified
παθητική μετοχή
gasified
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store