Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gasify
01
αεριοποιώ, μετατρέπω σε αέριο
turn into gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasify
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasifies
ενεστώτα μετοχή
gasifying
απλός αόριστος
gasified
παθητική μετοχή
gasified
Λεξικό Δέντρο
gasified
gasify
gas



























