gambol
gam
ˈgæm
gām
bol
bəl
bēl
gamble

Ορισμός και σημασία του "gambol"στα αγγλικά

01

χαρούμενο τρέξιμο, παιχνιδιάρικο άλμα

a playful activity that involves jumping, running, or moving around for fun 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gambols
Παραδείγματα
The puppies' morning gambol across the lawn delighted everyone watching. 

Το πρωινό παιχνίδι των κουταβιών στο γρασίδι ευφράνει όλους τους θεατές.

to gambol
01

χοροπηδώ, παίζω

to playfully skip, leap, or frolic in a lively and energetic manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gambol
γ΄ ενικό πρόσωπο
gambols
ενεστώτα μετοχή
gamboling
απλός αόριστος
gamboled
παθητική μετοχή
gamboled
Παραδείγματα
The lambs gambol joyfully in the meadow, leaping over each other in playful abandon. 

Τα αρνιά χοροπηδούν χαρούμενα στο λιβάδι, πηδώντας το ένα πάνω από το άλλο με παιχνιδιάρικη εγκατάλειψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store