Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gambol
01
χαρούμενο τρέξιμο, παιχνιδιάρικο άλμα
a playful activity that involves jumping, running, or moving around for fun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gambols
Παραδείγματα
The children 's gambol in the fountain drew smiles from passing tourists.
Η παιχνιδιάρικη κίνηση των παιδιών στο σιντριβάνι τράβηξε χαμόγελα από τους τουρίστες που περνούσαν.
to gambol
01
χοροπηδώ, παίζω
to playfully skip, leap, or frolic in a lively and energetic manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gambol
γ΄ ενικό πρόσωπο
gambols
ενεστώτα μετοχή
gamboling
απλός αόριστος
gamboled
παθητική μετοχή
gamboled
Παραδείγματα
They have gambolled through the forest all afternoon, reveling in the freedom of the outdoors.
Έχουν χοροπηδήσει στο δάσος όλο το απόγευμα, απολαμβάνοντας την ελευθερία του υπαίθρου.



























