gage
gage
geɪʤ
geij
gaugegaragegavage

Ορισμός και σημασία του "gage"στα αγγλικά

01

χόρτο, μαριχουάνα

street names for marijuana 
gage definition and meaning
02

μετρητής, όργανο μέτρησης

a measuring instrument for measuring and indicating a quantity such as the thickness of wire or the amount of rain etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gages
to gage
01

στοιχηματίζω, ποντάρω

place a bet on 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gage
γ΄ ενικό πρόσωπο
gages
ενεστώτα μετοχή
gaging
απλός αόριστος
gaged
παθητική μετοχή
gaged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store