gagged
gagged
gægd
gāgd
jaggedtaggedfaggedshagged

Ορισμός και σημασία του "gagged"στα αγγλικά

01

κατάπληκτος, σκασμένος

extremely shocked, stunned, or impressed, often in a dramatic or fabulous way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gagged
συγκριτικός βαθμός
more gagged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She walked in with that outfit? Gagged. 

Μπήκε με αυτό το ντύσιμο; Σοκαρισμένη.

Λεξικό Δέντρο

gagged
gag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store