fuzzed
fuzzed
fʌzd
φαζντ
/fˈʌzd/

Ορισμός και σημασία του "fuzzed"στα αγγλικά

01

χνουδωτός, καλυμμένος με λεπτές τρίχες

covered with fine, light hairs or fibers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fuzzed
συγκριτικός βαθμός
more fuzzed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fuzzed appearance of the plant made it look delicate and inviting.
Η χνουδωτή εμφάνιση του φυτού το έκανε να φαίνεται λεπτό και δελεαστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store