fuzzed
fuzzed
fʌzd
fazd

Ορισμός και σημασία του "fuzzed"στα αγγλικά

01

χνουδωτός, καλυμμένος με λεπτές τρίχες

covered with fine, light hairs or fibers 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fuzzed
συγκριτικός βαθμός
more fuzzed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fuzzed surface of the peach made it feel soft to the touch. 

Η χνουδωτή επιφάνεια του ροδάκινου το έκανε να αισθάνεται απαλό στην αφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store